Με την Γιώτα Ιωαννίδου γνωριστήκαμε μέσω των παιδιών μας. Και δεν ξέρω πως… αλλά ήταν σαν να γνωριζόμαστε από παλιά. Η Γιώτα είναι ένας αυθόρμητος άνθρωπος. Βασικά είναι αυθεντική και δεν φοβάται να δείξει όλο αυτό που είναι, με τα πάνω του και τα κάτω του. Η απόφασή της να γράψει ένα μυθιστόρημα για την γιαγιά της που σε μια μέρα αναγκάστηκε να αφήσει αγαπημένους ανθρώπους, τον τόπο της, και να βρεθεί πρόσφυγας στην Ελλάδα με δυο μικρά παιδιά και τον άνδρα της, εκτός από εσωτερική ανάγκη ήταν και μια κατάθεση ψυχής. Όχι εύκολο… Μα ίσως γι’ αυτό ο κόσμος αγάπησε τόσο το Σοχούμ. Και γι’ αυτό η Γιώτα και το βιβλίο της των εκδόσεων Αιώρα, προτάθηκαν από τα Public για το φετινό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Στο Σοχούμ η Γιώτα δεν αφηγείται απλώς την ιστορία της Παναϊλας. Την τραγουδά! Η κουβέντα μας στο annastories.gr με αφορμή την επιτυχία του Σοχούμ ήταν μέσα από την καρδιά. Εύχομαι να την απολαύσετε και κυρίως να μπορέσουμε να σας στείλουμε αυτό το ωραίο κύμα αγάπης που νιώσαμε και εμείς! 

Γιώτα με το Σοχούμ πέρασες σε μια άλλη μορφή τέχνης. Από την ηθοποιία στην λογοτεχνία. Τι ενεργοποίησε αυτή την ανάγκη να γράψεις για ένα αγαπημένο πρόσωπο, όπως η γιαγιά σου;

Ναι, η αλήθεια είναι ότι πέρασα από την άλλη πλευρά της υποκριτικής. Εκεί όπου ο ήρωας γεννιέται μέσα από το λόγο.  Στην γραφή αισθάνομαι να συναντώ τους ήρωες από την ακριβώς αντίθετη αφετηρία και αυτό ομολογώ ότι μου είναι πολύ ενδιαφέρον και προκλητικό! Η ανάγκη για να μιλήσω για το συγκεκριμένο πρόσωπο, την αγαπημένη μου γιαγιά Παναίλα,  ενυπήρχε πάντα μέσα μου, μια και ήταν πολλά αυτά που μας συνέδεαν. Για της ιστορίας όμως το αληθές ενεργοποιήθηκε από ένα όνειρο που είδα. Είδα την γιαγιά μου στον ύπνο μου πέντε χρόνια πριν να είναι σε μεγάλη ένταση, χωρίς να καταλαβαίνω το λόγο και να προσπαθεί να με κινητοποιήσει να κάνω κάτι. Ξύπνησα με μεγάλη ταραχή και είπα: Πρέπει να γράψω την ιστορία της!

Πώς ήταν η σχέση σου με την γιαγιά Παναίλα;

Πολυ δυνατή σχέση! Καταρχήν έχω το όνομά της, μόνο εγώ από τόσα εγγόνια. Όταν γεννήθηκα της τηλεφώνησε ο μπαμπάς μου και της είπε: «Μάμα εγεννέθε η μικρέσα η Παναίλα». Με τη γιαγιά μου μοιάζαμε πολύ. Δεν είναι τυχαίο ότι μου δόθηκε το όνομα. Πήρα και την χάρη. Περνούσα μαζί της και με τον παππού μου τα καλοκαίρια στην Κατερίνη μαζί με όλα τα εγγόνια. Αναρωτιέμαι πως άντεχαν τόσα παιδιά! Και ναι μου είχε κάποια αδυναμία. Ήταν μια γενναία γυναίκα, ανήσυχη, με ελεύθερο πνεύμα. Ανυπότακτη. Και αγαπούσε βαθειά, υπαρξιακά, τη ζωή παρά τις αντιξοότητες που έζησε. Αισθάνομαι ότι έχω κληρονομήσει πολλά από αυτήν. Σίγουρα την ανησυχία του πνεύματος και την αγάπη να χαίρεται τα απλά και όμορφα που η ζωή  δίνει…όπως αγαπούσε τον ήλιο, τα χαμομήλια της…αφηνόταν στην ομορφιά και άντεχε!

Θυμάσαι κάποια συμβουλή που σου έδωσε;

Δεν έδινε συμβουλές! Με τον τρόπο που η ίδια λειτουργούσε, έδινε παράδειγμα. Ποτέ συμβουλή. Όταν μικρή έκλαιγα, γιατί μπορεί να μάλωνα με τα ξαδέρφια μου, μου έλεγε: «Πήγαινε πίσω στην αυλή». Εκεί ήταν ο σταύλος και τα ζώα. «Πήγαινε μόνη σου», έλεγε και εννοούσε  ένα σημείο κοντά στα ζώα, που ήξερε ότι μου άρεσε . » Πήγαινε και άμα ηρεμήσεις, έλα.» Με προέτρεπε να πάω να κλάψω με την ησυχία μου. Φοβερή γυναίκα. Κι αυτό έκανα. Και έτσι γαλήνευα. Και μετά ήρεμη γυρνούσα στο παιχνίδι.

Γράφοντας για το Σοχούμ ένιωσες ότι άρχισες να κατανοείς βαθύτερα πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα εντός της οικογένειάς σου που πριν σε παρεξένευαν, σε έκαναν να απορείς ή και ακόμα και τα κατέκρινες νεότερη;

Ναι κατάλαβα πολλά! Ίσως ήταν και ένας λόγος που άρχισα να γράφω το Σοχούμ. Ήθελα να καταλάβω κάποια στοιχεία του χαρακτήρα μου, που με ξεπερνούσαν και ήξερα ότι συνδέονται με την οικογένεια μου. Ναι με παραξένευε μια σκληρότητα που είχαν όλοι. Μια σκληρότητα συχνά όχι εμφανής, αλλά παρούσα. Ένα κράτημα στην αγάπη. Η μια έκφραση αγάπης πληγωμένη. Κι όταν έκανα εγώ παιδιά και είδα σκιές από αυτά στην συμπεριφορά μου, θέλησα να τα κατανοήσω. Κι έπρεπε να γυρίσω πολύ πίσω. Για να καταλάβω. Να συγχωρήσω. Να αποδεχτώ. Και να απελευθερωθώ. Για να προχωρήσω. Μ’ ενοχλούσε και με πλήγωνε επίσης από παλιά ένα σύνδρομο μειωμένης αυτοεκτίμησης που είχαν, σε συνδυασμό με μια άκαμπτη περηφάνεια να το πω; Πληγωμένη αξιοπρέπεια; Δεν βρίσκω την λέξη. Ήταν κάτι πολύ αντιφατικό. Ένας φόβος κρυμμένος σε μια υπερβολική έκφραση δύναμης. Ποτέ να μην ζητήσεις κάτι, βοήθεια, κάτι, από κανέναν. Ποτέ να μην δώσεις δικαίωμα να πούνε για σένα. Ποτέ να μην ζητάς από τους άλλους τίποτα. Γράφοντας το Σοχούμ μέσα από πολύ οδύνη όλα τα κατάλαβα. Όλα.

Έχεις πάει το Σοχούμ;

Όχι δυστυχώς!  Αλλά το ονειρεύτηκα ως έναν ιδανικό πανέμορφο τόπο. Και άνθρωποι που έχουν πάει και έχουν διαβάσει το βιβλίο μου λένε ότι μοιάζουν οι περιγραφές μου με τον τόπο. Ήταν για μένα ο τόπος της παιδικής αθωότητας. Ένας ιδανικός τόπος, που έχεις ανάγκη να πας και να ξαναπάς για να βρίσκεις τον εαυτό σου. Ακόμα λες και μυρίζω τις λεμονιές και τις πορτοκαλιές στο κτήμα της γιαγιάς Παναίλας στο Σοχούμ, εκεί που μεγάλωσε και έγινε ο γάμος τους. Λες και η μυρωδιά είναι ζωντανή…

Μετά το βιβλίο σκέφτηκες ότι θέλεις να κάνεις ένα ταξίδι εκεί;

Ναι θέλω πάρα πολύ! Αν και τώρα το Σοχούμ, το Σοχούμι, βιώνει δυσμενείς συνθήκες και δεν είναι πολύ εύκολο. Μετά την απόσχιση της Απχαζίας από την Γεωργία το 1992- οι Αμπχάζιοι  νοιώθοντας εθνικά διαφορετικοί από τους Γεωργιανούς, ήθελαν ανεξαρτησία και πλήρη αυτονομία- ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος. Τότε διώξανε και τους τελευταίους σχεδόν Έλληνες που ζούσαν εκεί. Επίσημα, κράτος της Αμπχαζίας δεν υπάρχει. Αναγνωρισμένη είναι μόνο από κάποιες χώρες συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας. Η πρωτεύουσα, αλλά και ολόκληρη η «χώρα» είναι ακόμα βυθισμένη στα απομεινάρια του πολέμου. Το μαγικό Σοχούμι λένε είναι σήμερα  ένας έρημος τόπος. Είναι ένας τόπος που έχει υποστεί πολλά σε κρίσιμες περιόδους της ιστορίας και μαζί και οι Έλληνες που ζούσαν εκεί και συνεχίζει να υφίσταται. Κι αυτός είναι ένας λόγος που με κάνει να θέλω ακόμα περισσότερο να το επισκεφτώ κι ας μην είναι τώρα το Σοχούμ που εγώ ονειρεύτηκα! Μακάρι να τα καταφέρω!

Τελικά, ο βαθύς πόνος της απώλειας (προσώπων, πατρίδας κ.ά.) θεραπεύεται ποτέ; Με άλλα λόγια, μπορεί να γίνει όχημα για μια βαθιά μεταμόρφωση ικανή να οδηγήσει σε κάτι νέο και δημιουργικό που θα μπορούσε να φέρει και χαρά;

Δεν είμαι σίγουρη ότι πραγματικά θεραπεύεται. Γίνονται τραύματα βαθειά, που απλά οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν μ’ αυτά. Το αισθανόμουν και πριν γράψω το Σοχούμ, αλλά τώρα που χάρη στο βιβλίο συναντώ ανθρώπους που έχουν ζήσει παρόμοιες καταστάσεις, βλέπω ότι τα τραύματα δύσκολα επουλώνονται. Ίσως κάπως μαλακώνουν μέσα από την σύνδεση με άλλους ανθρώπους ομοιοπαθείς, ή ανθρώπους με μεγάλη αγκαλιά, με πολλή αγάπη. Σίγουρα βοηθά το να προσπαθούν όλοι μαζί να χτίσουν κάτι νέο, μια πατρίδα, μια ζωή, μια νέα οικογένεια, ή ακόμα ν’ αφεθούν στο απόλυτο μιας στιγμής, όπως οι Πόντιοι κάνουν με τη λύρα, το τραγούδι, το χορό, τα μουχαμπέτια. Εκεί ο άνθρωπος ξεχνιέται. Αναθαρρεί. Παρασύρει, ευτυχώς, η ζωή.  Αλλά πάντα το πένθος είναι εκεί.

Κατά την γνώμη σου ο διωγμός των Ποντίων από τις εστίες τους αλλά και τα όσα βίωσαν εδώ στην Ελλάδα, κακά και καλά, γιατί δεν επιλέγεται εύκολα ως θέμα για ταινία;

Κατ’ αρχήν είναι οικονομικοί οι λόγοι! Θα πρέπει να είναι μια μεγάλη παραγωγή. Μεγάλο το κόστος. Ίσως επίσης επειδή δεν υπήρξε ακόμα ένα σενάριο, που να κάνει το θέμα καθολικό. Μπορεί ακόμα επειδή είναι ένα θέμα, που ιστορικά δεν έχει καταχωρηθεί πλήρως με κοινώς αποδεκτό τρόπο, με αποτέλεσμα να «καίει» πολύ, ώστε να μπορεί κάποιος να πάρει την σωστή απόσταση για να το κάνει ταινία. Κι όσον αφορά το πως τους δέχτηκαν, εκεί είναι ένα πραγματικά δύσκολο σημείο!  Απαιτεί ξεκάθαρη ματιά και ιστορική και πολιτική, πράγμα που κάνει ένα τέτοιο εγχείρημα ακόμα πιο σύνθετο και δύσκολο! Ναι είναι πολύ ενδιαφέρον πραγματικά να γίνει μια τέτοια ταινία και ίσως ήρθε και η ώρα!

Εν μέσω της γιορτής του Πάσχα ποιο μήνυμα θα ήθελες να στείλεις στους αναγνώστες, πραγματικούς αλλά και μελλοντικούς, του Σοχούμ;

Να είναι συνδεδεμένοι πάντα με το δικό τους Σοχούμ. Να προστατεύουν και να αγκαλιάζουν οι ίδιοι το Σοχούμ τους, τον ιδανικό τόπο της δικής τους αγνότητας και παιδικότητας, ακόμα κι αν αυτό είναι κόντρα στους καιρούς και στους ανθρώπους που τους περιβάλλουν! Και να χαίρονται! Να χαίρονται κάθε στιγμή τα δικά τους χαμομήλια, να γεύονται τις μοσχοβολιές από τις λεμονιές και τις πορτοκαλιές τους, να αφήνονται στον ήλιο και στις ομορφιές για να ανασάνουν κάποιες στιγμές! Πως αλλιώς μπορεί να προχωρήσει κανείς; Να ανασαίνουν την ομορφιά  όπως έκανε η Παναίλα! Αφηνόταν και στιγμές απλά υπήρχε…!

Σας ευχαριστώ πολύ για τις τόσο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις! Να είστε καλά!!Σας εύχομαι Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση!!!

 

Creative Commons License Η αναδημοσίευση φωτογραφιών και κειμένων του blog, επιτρέπεται μόνο έπειτα από άδεια του annastories.gr