ΛΕΞΕΙΣ

Ένα χαλίκι στην αρβύλα

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο παππούς Γιάννης στάλθηκε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, σε ένα από τα 21 οχυρά της λεγόμενης «Γραμμής Μεταξά». Το σημείο αυτό σφυροκοπήθηκε από στεριά και αέρα με σφοδρότητα από τους Γερμανούς εισβολείς. Όμως οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα οχυρά. Όταν «έπεσε» η Θεσσαλονίκη ο νεαρός Γερμανός αξιωματικός έξω από το οχυρό που βρισκόταν ο παππούς παίρνει ένα μεγάφωνο και φωνάζει.

-Η Θεσσαλονίκη έπεσε. Μην πολεμάτε άλλο. Μην σκοτώνεστε. Βγείτε έξω και δεν θα σας πειράξουμε. Θα σας αφήσουμε να φύγετε.

Αφού ήρθε και η ειδοποίηση εκ μέρους των ελληνικών δυνάμεων για παράδοση και οπισθοχώρηση, οι Έλληνες στρατιώτες, αν και απρόθυμα, βγήκαν έξω από το οχυρό αντικρίζοντας κάτι που δεν περίμεναν. Ο Γερμανός αξιωματικός με τους στρατιώτες του ήταν παραταγμένοι σε μια γραμμή, σε στάση προσοχής, απευθύνοντας χαιρετισμό στους Έλληνες στρατιώτες, αναγνωρίζοντας την ηρωική τους αντίσταση όπως και το γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το οχυρό. Βέβαια, δεν είχαν όλοι οι Έλληνες στρατιώτες της «Γραμμής Μεταξά» την ίδια αντιμετώπιση από τους Γερμανούς.

Ο παππούς Γιάννης κατέβηκε από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα έως την Σπάρτη και το χωριό του το Καστόρι με τα πόδια. 820 χιλιόμετρα δρόμος… και ένα χαλίκι μπαίνει στην αρβύλα του. Από τη βιασύνη, τους κινδύνους και τις απειλές στο δρόμο της επιστροφής δεν υπήρξε λεπτό ελεύθερο ώστε να κάτσει να βγάλει την αρβύλα και να απαλλαχθεί από αυτό. Έτσι, το χαλίκι ενσωματώθηκε στο πόδι του…

Ο πατέρας του, ο προπάππους Παναγιώτης, δεν μπορούσε να ξεπεράσει το γεγονός ότι και τα έξι αγόρια του είχαν φύγει για το μέτωπο. Από την ημέρα εκείνη, κάθε μεσημέρι, ανέβαινε στην κορυφή ενός λόφου που του ανήκε στον κάμπο του Καστορίου και της Πελλάνας, κοίταζε τον δρόμο προς τον Βορρά και φώναζε τα ονόματά τους.

Γιώργη! Γιάννη! Δημήτρη! Νικόλα! Θεοφάνη! Κώστα!

Κάθε μεσημέρι! Σαν να έκανε μια προσευχή. Τη δική του προσευχή! Μήπως και τον ακούσουν όπου και αν βρίσκονταν! Να είναι καλά και να γυρίσουν πίσω. Ένας συγχωριανός που περνούσε από εκεί, ακούει τον πατέρα να φωνάζει τα ονόματα των παιδιών του.

-Εκείνος ο γέρος τρελάθηκε από την αγωνία και τη θλίψη του, εξομολογήθηκε σε έναν φίλο.

Ένα μεσημέρι, ο προπάππους Παναγιώτης πάνω στον λόφο ψάχνει με το βλέμμα να δει κάποιον, κάτι… Από μακριά εμφανίζεται η φιγούρα ενός άνδρα. Περπατά αργά αλλά σταθερά. Όσο πλησιάζει φαίνεται καθαρά ότι φορά στρατιωτική στολή. Φαίνεται ταλαιπωρημένος. Έχει γένια και είναι βρώμικος. Λίγο ακόμα πιο κοντά και ο πατέρας αρχίζει να φωνάζει τα ονόματα των αγοριών του.

-Γιώργη! Γιάννη…

– Ε!

-Γιάννη; Γιάννη μου! Αγόρι μου!

Ο πατέρας κατεβαίνει τρέχοντας το λόφο προς τον άνδρα. Ο παππούς Γιάννης δεν έχει καταλάβει ακόμα ότι είναι ο πατέρας του παρά μόνο όταν φθάνει αρκετά κοντά. Ο πατέρας αγκαλιάζει τον γιο με φόρα. Κλαίει και τον φιλάει. Τον κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του.

“Δεν θυμάμαι ως παιδί τον πατέρα μας να μας αγκαλιάζει και να μας φιλάει. Εκείνη την ημέρα, όμως, δεν σταμάτησε να κλαίει και να με φιλάει” μας έλεγε ο παππούς αργότερα.

* Aπόσπασμα από το “Οικογενειακή Υπόθεση”  και τις ιστορίες της οικογένειάς μου.

**Αφιερωμένο στον παππού μου τον Γιάννη και όλους τους προγόνους μου που αγωνίστηκαν κυριολεκτικά για να υπάρχουμε εμείς, τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα, σήμερα και να είμαστε ελεύθεροι. Χρόνια Πολλά και Ελεύθερα! 

 

 

 

Creative Commons License Η αναδημοσίευση φωτογραφιών και κειμένων του blog, επιτρέπεται μόνο έπειτα από άδεια του annastories.gr